ἀφελής

ἀφελής, -ές
Grammatical information: adj.
Meaning: `artless, simple' (Ion.-Att.).
Derivatives: ἀφέλεια, -είη f. (Hp.); Chantr. Form. 298.
Origin: GR [a formation built with Greek elements].
Etymology: Most improbable Persson Beitr. 2, 797 n. 3 . `without a stone, even' (this etymology is even given by LSJ as the meaning!), with φελλεύς `stony terrain' (Chantr. points to the double λλ). New analysis by Taillardat, CEG 2, 153f. The word means `without quality, positive or negative'; from ἀφ-ελεῖν.
Page in Frisk: 1,194-195

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀφελής — without a stone masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αφελής — ές (AM ἀφελής, ές) 1. ανεπιτήδευτος, απλός 2. (για πρόσωπα) απλοϊκός, επιπόλαιος μσν. υγιής, ακέραιος αρχ. 1. (για έδαφος) στρωτός, χωρίς πέτρες 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀφελές η απλότητα (κυρίως στο ύφος του λόγου). [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αβέβαιης ετυμολογίας …   Dictionary of Greek

  • αφελής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, απλοϊκός, εύπιστος: Ήμουν τότε αφελής και τα πίστευα αυτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αφελής — [афэлис] εκ. простодушный, наивный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀφέλῃς — ἀφαιρέω take away from aor subj act 2nd sg ἀφαιρέω take away from aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελῆ — ἀφελής without a stone neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀφελής without a stone masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀφελής without a stone masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελέστερον — ἀφελής without a stone adverbial comp ἀφελής without a stone masc acc comp sg ἀφελής without a stone neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'φέλῃς — ἀφέλῃς , ἀφαιρέω take away from aor subj act 2nd sg ἀφέλῃς , ἀφαιρέω take away from aor subj act 2nd sg ἐφέλῃς , ἐφαιρέομαι aor subj act 2nd sg ἐφέλῃς , ἐφαιρέομαι aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελεστέραις — ἀφελής without a stone fem dat comp pl ἀφελεστέρᾱͅς , ἀφελής without a stone fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελεστέρων — ἀφελής without a stone fem gen comp pl ἀφελής without a stone masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελές — ἀφελής without a stone masc/fem voc sg ἀφελής without a stone neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.